Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2007

Η απειλή

O Aλλεν ξύπνησε από ένα φρικτό πονοκέφαλο. Το άρωμα της ήταν διάχυτο στο χώρο αλλά εκείνη απούσα. Δε έδειξε να θίγεται από την επιλογή της να φύγει σαν κλέφτης. Δεν αξίωνε τίποτα από εκείνη. Το μόνο που ζήτησε και πήρε ήταν το κορμί της. Οι δυο εραστές ήξεραν από την αρχή ότι το σβήσιμο μια αμοιβαίας καύλας θα ήταν το μόνο παράγωγο από αυτή τους τη γνωριμία. Η μήπως δεν ήταν το μόνο.....;

Σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι. Το φως του ήλιου που έμπαινε κλεφτά από το μισάνοιχτο παραθυρόφυλλο τον τύφλωνε. Ο αφόρητος πονοκέφαλος άρχιζε να γίνεται ακόμα πιο έντονος. Ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου. Στα πρώτα βήματα ένιωσε μια ζαλάδα έντονη και πρωτόγνωρη. Ένιωσε μια ανεξήγητη εσωτερική δύναμη να τον καθηλώνει. Δεν κατάλαβε πώς αλλά έδειχνε να έχει χάσει τον έλεγχο του σώματος του. Σωριάστηκε στο έδαφος και άρχισε να πάλλεται σαν ψάρι έξω από το νερό. Έτρεμε ολόκληρος. Η καρδία του πήγαινε να σπάσει καθώς χτυπούσε σε εξωφρενικούς ρυθμούς. Μια σκιά ήρθε να διώξει το φως γύρω και όλα σκοτείνιασαν προς στιγμήν μέχρι να γίνουν κόκκινα.

Το μόνο που μπορούσε να αφουγκραστεί πέρα από την καρδιά του ήταν εκείνη η βοή που άρχισε να αντιλαλεί χτυπώντας εδώ και κει στα τοιχώματα του εσωτερικού φλοιού του εγκεφάλου του. Γρήγορα ο ακατέργαστος εκείνος ήχος μετατράπηκε σε μια στεντόρεια φωνή που του φάνηκε να βγαινει μεσα απο μια γνώριμη εικόνα μίας εγκαταλελειμένης έπαυλης.


«Φύγεεε έρχεται και είναι αποφασισμένος. 
Τρέξε ..κάλυψε τα νώτα σου …ετοιμάσου να δεχτείς την πρόκληση… ετοιμάσου … αντιμετώπισε την μοίρα σου. 
Φύγε …φύγε ….έρχεται…δυνατός όσο ποτέ και είναι αποφασισμένος»


Σιγά σιγά οι σφυγμοί του άρχιζαν να επανέρχονται σε κανονικούς ρυθμούς ενώ ταυτόχρονα η σκιά τράβηξε το πέπλο της μακριά και το φως απλώθηκε πάλι στο δωμάτιο. Τα επόμενα λεπτά έμεινε να κοιτάζει απόλυτα οριζοντιοποιημένος στο πάτωμα το ταβάνι του δωματίου. Το βλέμμα του απροσδιόριστο και κενό και η ανάσα του βαριά αλλά σταθερή. Ήταν φοβισμένος όσο ποτέ άλλοτε αλλά ήταν ένα ξέσπασμα που ενδόμυχα μέσα του το περίμενε. Δε μπορούσε όμως να καταλάβει γιατί ερχόταν αναπάντεχο εκείνη τη στιγμή.

Πετάχτηκε πάνω και στάθηκε στα πόδια του. Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Η φωνή εκείνη μπορεί να ήρθε ακάλεστη αλλά έφερε μαζί της μηνύματα προειδοποίησης για μια απειλή που έρχεται . Ένιωθε έκθετο θήραμα που από στιγμή σε στιγμή περιμένει το αρπακτικό να πεταχτεί μπροστά του και να το κατασπαράξει. Τα ένστικτα επιβίωσης του ενεργοποιήθηκαν στο μέγιστο και άρχισε να σκέφτεται τις επόμενες κινήσεις του.

Πρέπει να αιφνιδιάσει την αόρατη απειλή πριν αιφνιδιαστεί από εκείνη . Πρέπει να βρει κάπου να κρυφτεί και να περιμένει εκεί μέχρι να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την μοίρα του που αινιγματικά τον καλεί στο επικίνδυνο παιχνίδι της. Νιώθει ότι δε μπορεί να γυρίσει εκεί που έχει αφήσει τα ίχνη του. Χρειάζεται καινούργιο καταφύγιο.





Φτιάχνει καφέ.
Η ματιά του πέφτει στο πορτοφόλι που βρίσκεται ανοιγμένο δίπλα του. Το πορτοφόλι του μεθυσμένου που συγκρούστηκε μαζί του στο κατώφλι του μπαρ την προηγούμενη νύχτα.




---------------


Ο Τζέρρυ και η Ιρενα τελείωναν το τσάι τους στη μεγάλη βεράντα απολαμβάνοντας τον απρόσμενα ζεστό χειμωνιάτικο ήλιο.
Η κουβέντα του αναλώθηκε γύρω από τις μεγάλες στιγμές της πάλε ποτέ πρωταγωνίστριας στο κινηματογράφο.
Εκείνος της μιλούσε με ένα ειλικρινή ενθουσιασμό για τα έργα της και εκείνη είχε καιρό να νιώσει τέτοια εκδήλωση θαυμασμού. Ήταν τόσο γοητευμένη και ευτυχισμένη κάτι που δε περνούσε απαρατήρητο από την φωτεινότητα στο πρόσωπό της.

 Ήθελε να αφεθεί στην ουτοπία μιας άλλης εποχής ξεχασμένης, στη ψευδαίσθηση ότι ήταν σημαντική ακόμα και τα λόγια εκείνου του νεαρού την βοηθούσαν σ’ αυτό.

Ο Τζέρρυ είχε καιρό να νιώσει την ανθρώπινη επαφή. Οι συνευρέσεις του με άλλους επιλεγμένες και αραιές. Που και που έκανε την εμφάνιση του στα γκαλά και στις δεξιώσεις ανθρώπων της τάξης του μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου. Να δηλώσει παρών και ύστερα να καταφύγει στη μόνιμη του συντροφιά, το ποτό. Η μόνη του έννοια πως θα εξασφαλίσει την κατάλληλη ποσότητα αλκοόλ για να ποτίσει την καταραμένη του φύση. Η παρουσία της αγαπημένης του Ιρενας τον είχε κάνει να ξεχάσει για λίγο την θλιβερή του εικόνα.

Την συζήτηση τους την διέκοψε η υπηρέτρια που ειδοποίησε τον Τζέρρυ για την άφιξη ενός αγνώστου κυρίου που επέμενε να του μιλήσει. Ο Τζερρυ την ακλούθησε στο χολ υποδοχής όπου τον περίμενε ο απρόσμενος επισκέπτης. Εκείνος έδειχνε ανήσυχος.

« Σε τι οφείλω την επίσκεψη σας Κύριε?» του αποκρίθηκε ο Τζερρυ κοιτάζοντας τον περίεργα

«Λέγομαι Allen Le Fang σας συνάντησα χτες έξω από το μπαρ. Σας έπεσε το πορτοφόλι και ήρθα να σας το επιστρέψω κύριε Αντερσον»

« οου! Τι ευχάριστη συγκύρια να το βρείτε και να μου το φέρετε Κύριε. Πίστεψα ότι το είχα χάσει. Από τι φαίνεται στάθηκα τυχερός. Σας είμαι ευγνώμων» είπε ο Τζέρρυ παίρνοντας ένα στητό χαμόγελο ευχαριστίας απλώνοντας παράλληλα το χέρι του να πάρει το πορτοφόλι μέσα από τα χεριά του Αλλεν. Ο Αλλεν έδωσε το πορτοφόλι στο κάτοχο του διστακτικά.

« Παρακαλώ Τζένη συνόδευσε το κύριο στη έξοδο» πρόσταξε την υπηρέτρια «και πάλι σας ευχαριστώ κύριε» γύρισε και απευθύνθηκε στον Αλλεν βιαστικά χαμηλωνοντας με ευγνωμοσύνη το κεφάλι του.

Ο Αλλεν έμεινε εκεί στήλη άλατος και δεν έκανε να φύγει. Για λίγα λεπτά απλώθηκε σιωπή στο χώρο. Ο Τζέρρυ ένιωσε άβολα. Επεξεργάστηκε για λίγο το βλέμμα του άνδρα που έδειχνε απλανές. Το πρόσωπο του ανέκφραστο και ήρεμο.

«θέλετε κάτι Κύριε?» ρώτησε ο Τζερρυ με έντονη την περίεργα στο ύφος του

«Χρόνο» είπε ο Αλλεν με φωνή σταθερή και δυνατή κοιτώντας βαθιά μέσα στα μάτια τον Τζερρυ που έδειχνε να αιφνιδιάζεται από την αινιγματικότητα της απάντησης του...

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2007

Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο

Είναι φορές που μετά απο μία σειρά καθοριστικών γεγονότων, αναρωτιέται κανείς πόσο τυχαία ήταν όλα αυτά που συνέβησαν και οδήγησαν σε μία κατάσταση ή κατα πόσο είναι όλα γραμμένα απο τη μοίρα κι εμείς απλά ακροβατούμε σαν αδέξιες μαριονέτες πάνω σε προκαθορισμένα βήματα. Όσον αφορά πάντως το τρελό κοριτσάκι, κανεις δε μπορεί να πει ακόμα με σιγουριά αν μπορεί ή αν θα μπορέσει ποτε να έχει την πνευματική διάυγεια για να αναρωτηθεί για όλα αυτά.




Εκείνο το βράδυ το κοριτσάκι δε μπορούσε να κλείσει μάτι. Ο Τζον έλειπε όπως πάντα στο μπαρ και η Τρέιση είχε κοιμηθεί απο νωρίς. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν στο σπίτι ήταν το εκκρεμές του σαλονιού που έκανε ένα ανεπαίσθητο τακ τακ και του οποίου την κίνηση ακολουθούσε με ελάχιστες κινήσεις του κεφαλιού δεξιά αριστερά το τρελό κοριτσάκι.

Όταν το ρολόι χτύπησε δύο, το κοριτσάκι ανασηκώθηκε σαστισμένο και κινήθηκε προς το παράθυρο. Εκεί η Τρέιση είχε φροντίσει να της αφήσει φρέσκα βατόμουρα ώστε να μην της λείψουν οταν θα σηκωνόταν τα ξημερώματα. Όμως αυτή η νύχτα ήταν διαφορετική απο τις άλλες.
Το κοριτσάκι κοιτούσε ανήσυχα προς το δρόμο και κάθε τόσο μούγκριζε. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και στο δρόμο επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι, τόσο που δε μπορούσε απο το παράθυρο να ξεχωρίσει καμμία κίνηση.
Σήκωσε το παράθυρο και κρεμάστηκε απ’έξω. Δοκίμασε να πετάξει ένα βατόμουρο όμως αυτό χάθηκε στο σκοτάδι. Το τρελό κοριτσάκι άρπαξε το μπολ και κινήθηκε προς την εξώπορτα. Γύρισε μια φορά το κλειδί και αφήνοντας πίσω της την πόρτα ανοιχτή, κατέβηκε τις σκάλες για να φτάσει στην είσοδο. Απο εκεί ναι, μπορούσε να δει καλύτερα.

Απο τη γωνία της οδού Φόρεστ ξεπρόβαλε η φιγούρα ενός άντρα ο οποίος κλωτσούσε μια ζαρντινιέρα και μονολογούσε εξοργισμένος. Ο Τζέημς Χάμιλτον προσπάθησε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι απο πού προερχόταν η επίθεση απο βατόμουρα. Στο κατώφλι της πολυκατοικίας απέναντι είδε το τρελό κοριτσάκι που χαχάνιζε κρατώντας στα χέρια το μπόλ. Δε μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, ένιωσε να φουσκώνει απο ένα αισθημα ευφορίας και λύτρωσης – δε μπορούσε να φανταστεί βέβαια πως θα ήταν η τελευταία, πρόσκαιρη, χαρά της ζωής του.
Ο Τζέημς πλησίασε το τρελό κοριτσάκι.

«Γειά σου γλυκιά μου, είμαι ο Τζέημς, θα μου δώσεις σε παρακαλώ μερικά απο τα βατόμουρα σου;» είπε με αγωνία, αλλά το κοριτσάκι γελούσε μουγκρίζοντας και τον κοιτούσε με μάτια που λαμπίριζαν στο σκοτάδι. Ο Τζέημς κοίταξε το ρολόι του και καταλαβαίνοντας οτι με τα λόγια δεν έβγαζε τίποτα, επιχείρησε να αρπάξει το μπολ απο τα χέρια της. Το κοριτσάκι έβγαλε μια δυνατή στριγγλιά και ο Τζέημς αναστατώθηκε
«Σσσσσσς» είπε και την τράβηξε προς τα μέσα «είμαστε φίλοι, δεν είμαστε;»
«Πώς σε λένε γλυκιά μου;» Καθώς είδε και πάλι οτι το κοριτσάκι δεν ανταποκρινόταν, έβγαλε απο την τσέπη της καπαρντίνας του με χέρια που τρέμανε απο άγχος μία σελίδα με κόμιξ
«Κοίτα, αυτός είναι εδώ ο άνθρωπος κωλοβακτηρίδιο, σ’αρέσει;»
Το κοριτσάκι γέλασε και κουνούσε το κεφάλι πάνω κάτω, κάτι που ο Τζέημς το αντιλήφθηκε σαν βήμα προόδου, παρόλαυτά έβλεπε πως εξακολουθούσε να κρατάει με τα μικρά της χέρια σφιχτά το μπολ και έψαχνε τρόπο να το αρπάξει.
Το μικρό αυτό πλασματάκι δίπλα του είχε κάτι το τρομαχτικό και ο Τζέημς παρότι έχανε χρόνο πίστευε πως έπρεπε να το κερδίσει για να πάρει τα βατόμουρα. Με μία απότομη κίνηση, το κοριτσάκι πήρε τη σελίδα απο το χέρι του Τζέημς και ύστερα του άρπαξε το χέρι και τον οδήγησε προς το βάθος του διαδρόμου. Παρότι είχε απόλυτο σκοτάδι βρήκε εμπειρικά το δρόμο προς την πόρτα που οδηγούσε σε μία μικρή αυλή στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Εκεί, αφού την άνοιξε, του έδειξε με το χέρι που κρατούσε το κόμικ κάτι μεγάλους θάμνους, γεμάτους ώριμα βατόμουρα. Ο Τζέημς γεμάτος ευγνωμοσύνη για το κοριτσάκι, στάθηκε λίγο και της χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά, ήξερε όμως πως ο χρόνος του τελείωνε και είχε σχεδόν πετύχει το στόχο του και σηκώθηκε για να τρέξει προς το θάμνο. Και ο Τζέημς Χάμιλτον, κάνοντας τα τελευταία του αδέξια βήματα προς την επιτυχία και την καταξίωση, μπλέχτηκε μέσα στα άγρια χόρτα και τις πέτρες της αυλής και έπεσε δυνατά με το στήθος πάνω στα σίδερα που είχε βάλει ο Τζον για να βοηθάνε το θάμνο να μεγαλώνει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξεψύχησε εκει πάνω.

Το τρελό κοριτσάκι με ήρεμα και σιγανά βήματα τον πλησίασε και βούτηξε τα χέρια της στα αίματα του Τζέημς. Στάθηκε λίγο και τον επεξεργάστηκε και γύρισε την πλάτη της για να γυρίσει στο σπίτι. Όταν γύρισε το κλειδί, ή Τρέιση άκουσε τον ήχο και πετάχτηκε απο το κρεβάτι της.
«Μέρι Τζέην,
Μέρι Τζέην, πού είσαι κοριτσάκι μου»
Η Τρείση βρήκε την Μέρι Τζέην με άιματα στα χέρια να κρατάει το μπολ με τα βατόμουρα.
«Αχ, πάλι κακομοίρα μου έφαγες βατόμουρα; Πόσες φορές σου έχω πει να μην τα τρως; Χάλια έγινες! Έλα, πάμε να σε σκουπίσω»



Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2007

ΠΑΝΙΚΟΒΕΒΛΗΜΕΝΑ ΜΟΡΙΑ ΑΕΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝΤΑ ΟΠΩΣ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΩΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΜΕΤΡΟ

Ο ένας σπρώχνει τον άλλον
Δεν έχουν χέρια - Δεν έχουν πόδια
Ο ένας σπρώχνει τον άλλον
Δεν έχουν κεφάλι
Ο ένας σπρώχνει τον άλλον
Δεν έχουν σώμα - Δεν έχουν σώμα
Ο ένας σπρώχνει τον άλλον

TEA TIME

(περίπου 12 ώρες και 50 λεπτά πριν από τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο προηγούμενο post του Mithrandir, και 8 ώρες και 55 λεπτά πριν από την ώρα του εικονιζόμενου  ρολογιού του Τζέημς Χάμιλτον)
12.15 Ώρα για το μεσημεριανό τσάι της Ιρένας. Η Ιρένα είχε αδυναμία στο καλό τσάι και ήξερε τα πάντα γύρω από αυτό. Το προτιμούσε πάντα με λίγο μέλι (και δύο λεπτές φέτες λεμόνι απαραιτήτως). Άλλα έτσι όπως είχαν γίνει τώρα τα πράγματα συμβιβαζόταν και με ένα κουταλάκι ζάχαρη.

Ζάχαρη ζάχαρη. Πού είναι η ζάχαρη; Τελείωσε... Ίσως έχει ο γείτονας ο Τζέημς!

Η Ιρένα μαθημένη στην τεράστια έπαυλη της, σιχαινόταν το κλειστοφοβικό ασανσέρ αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να ανέβει τις σκάλες. Δεν βαριέσαι; Σκέφτηκε. Ένας όροφος είναι όλος κι όλος!

Ντιν, Ντον...."Κύριε Χάμιλτον, κύριε Χάμιλτον!"
...........
- Ω!!! Η κυρία Ιρένα! (Τι θέλει πάλι η κωλόγρια;). Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψης σας;
- Να... ξέρετε.... Μήπως σας περισσεύει λίγο ζαχ...


Το βλέμμα της Ιρένας έπεσε στο πάτωμα, πάνω σε ένα περίεργο σχήμα που είχε πολλά κεράκια στις άκρες του. Είχε παίξει σε πολλές ταινίες θρίλερ οπότε αμέσως υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

- Ωραία κεράκια κύριε Χάμιλτον! Άλλα γιατί έχετε τόσο πολλά και μάλιστα κάτω στο πάτωμα; Ρώτησε τάχα ανυποψίαστη....
- Να.... ξέρετε... είχε πέσει η ασφάλεια στο σαλόνι και... και... κάηκαν οι λάμπες μου και....

Αμέσως η Ιρένα, που δεν τρώει κουτόχορτο, ύψωσε την μαγκούρα της και την προσγείωσε με δύναμη στο κεφάλι του Τζέιμς παρατηρώντας τον με δασκαλίστικο ύφος:

- Που τα πουλάς αυτά παλιόπαιδο; Εγώ ότι κατάφερα στη ζωή μου το πέτυχα μετά από σκληρούς αγώνες και μόνο! Επί 4 ώρες συνέχιζα τις πρόβες στο άδειο Θέατρο “Λένιν” όταν όλα τα φώτα είχαν σβήσει και συ... και συ... καλείς τους δαίμονες γιατί τα θέλεις όλα έτοιμα στο πιάτο. Δεν σε έχω ανάγκη! Θα πάω στο σουπερμάρκετ και θα πάρω όση ζάχαρη θέλω! Είπε και βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα του.

Πάλι καλά που το σουπερμάρκετ ήταν μόλις στο τέλος του τετραγώνου. H καημενούλα θα έπρεπε βέβαια να υποστεί πάλι το βασανιστήριο του ασανσέρ αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή! Μόλις έφτασε στο ισόγειο και άνοιξε την πόρτα ένιωσε τόσο δυνατή σαν να μην μπορούσε να την σταματήσει τίποτα πια. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος αλλά τουλάχιστον δεν υπήρχε ούτε υποψία βροχής. Μετά από 8 λεπτά ήταν μέσα στο σουπερμάρκετ.

Καθώς ετοιμαζόταν να σηκώσει από το ράφι το σακουλάκι με τη ζάχαρη άκουσε κάποιον να παραμιλάει δίπλα της.
Ήταν ένας τύπος γύρω στα 40 και κάτι έψαχνε στο ράφι με τα ποτά και συγκεκριμένα με τα ουίσκι.
Μόλις είχε βρει το αγαπημένο του Jack Daniels και ετοιμαζόταν να φύγει όταν η ματιά του συναντήθηκε με εκείνη της κυρίας Πάβλοβιτς.
Εκείνη την στιγμή το μπουκάλι γλιστράει από τα χέρια του και γίνεται 1000 κομμάτια.


“Η Ιρ... Η Ιρένα Πάβλοβιτςςςςς. Δεν πίστευα ποτέ πως θα σας συναντούσα.” Ψιθύρισε

Ο Τζέρρυ Άντερσον ήταν ανέκαθεν φαν της μεγάλης πρωταγωνίστριας! Από μικρό παιδάκι είχε γεμίσει το δωμάτιο του με φωτογραφίες της. Μερικές φορές την έβλεπε σαν την μητέρα που ποτέ δεν είχε νιώσει πραγματικά, και ας μην την είχε συναντήσει ποτέ του.

Η Ιρένα σαν να σάστισε λίγο... Είχε μεγαλώσει πια και ο περισσότερος κόσμος δεν την αναγνώριζε εύκολα. Εκείνος χωρίς να το πολυσκεφτεί της ζήτησε ένα αυτόγραφο και αμέσως μετά την ρώτησε πως βρέθηκε στην πόλη. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την απάντηση της ο Τζέρρυ την διέκοψε απότομα:

- Τι θα λέγατε να πιείτε ένα τσάι μαζί μου και να μου πείτε για την ζωή σας και την εκπληκτική σας καριέρα;

Οι κοινωνικές συναναστροφές της Ιρένας ήταν σπάνιες οπότε και δέχτηκε σχετικά εύκολα την πρόταση του. Της έλειπε υπερβολικά λίγη ανθρώπινη ζεστασιά και είχε πολύ καιρό να μιλήσει πραγματικά με κάποιον.

- Πολύ ωραία λοιπόν... ο σοφέρ μου περιμένει έξω, είπε ο Τζέρρυ και συνόδεψε την Ιρένα προς την έξοδο...

- ε... Συγγνώμη κύριε. Χρωστάτε 20.50 για το σπασμένο Jack, του απεύθυνε τον λόγο μια νεαρή υπάλληλος του supermarket.

Εκείνος χωρίς πολύ σκέψη έβγαλε απο την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα των 50.

- Ορίστε... Τα ρέστα δικά σας!

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2007

ΦΡΕΣΚΑ ΦΡΟΥΤΑ


Η πόρτα έκλεισε με έναν μικρό κρότο, κάνοντας την γάτα που άραζε στο φωταγωγό να σηκώσει τα αυτιά της με προσοχή.
Ο Τζέημς Χάμιλτον είχε προλάβει να ρίξει πάνω του την καπαρντίνα του πριν βγει, βιαστικός, από το διαμέρισμα.
Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε έξω στον δρόμο.
Ο κρύος χειμωνιάτικος αέρας - σε πλήρη αντίθεση με την πνιγερή ατμόσφαιρα του δωματίου του - τον χτύπησε στο πρόσωπο και τον έκανε να ανατριχιάσει στιγμιαία.

Κοίταξε το ρολόι του: 2:05 έδειχνε. Είχε πέντε λεπτά στη διάθεσή του για να βρει ένα μπολ με φρέσκα βατόμουρα, αλλιώς αντίο ζωή. Δεν έπρεπε να τον πιάσει πανικός. Έπρεπε να σκεφτεί τι θα κάνει. Που να βρει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα βατόμουρα και μάλιστα μες στην νύχτα.
Και να φανταστεί κανείς οτι δεν μου αρέσουν καν τα καταραμένα βατόμουρα!  Είχε ήδη μετανιώει για τη συμφωνία του, που αποδεικνυόταν πιο χαοτική απ' ότι αρχικά υπολόγιζε. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι ένα δαίμονα! Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω τον χρόνο...

Που πήγε και έμπλεξε; Μικρός προορίζονταν για να γίνει γιατρός, όπως ο πατέρας του και ο παππούς του. Αυτός όμως ήξερε οτι είναι φτιαγμένος για άλλα πράγματα και ήθελε να γράφει, σαν τους συγγραφείς-ήρωες του, Lovecraft, Howard και δε συμμαζεύεται. Έτσι, από τα δεκαπέντε του πήρε την απόφαση ό,τι κερδίσει στη ζωή του να το κατακτήσει μέσα απ'τις δικές του προσπάθειες, σαν συγγραφέας. Και παρόλο που σαν ιδέα φαινότανε εξωπραγματική, αυτός το κατάφερε. Αλλά και αυτό δεν του ήταν αρκετό. Έπειτα ήρθαν τα όνειρα για επιτυχία, για σουξέ. Αλίμονο. Η καταραμένη αποτυχία τον είχε πάρει από πίσω, σαν αδέσποτο σκυλί.
Φαντάστηκε πάλι τον εαυτό του "επιτυχημένο". Τα έργα του θα ήτανε λέει best seller, ο ίδιος θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την ριζική αναβίωση των κόμικς, έγκριτοι δημοσιογράφοι θα τον παρακαλούσαν για συνεντεύξεις, εκπομπές glamour και life style θα έκαναν αφιερώματα στη χλιδάτη ζωή του. Όλο αυτό το δώρο της ματαιοδοξίας του που τώρα είχε την ευκαιρία να αποκτήσει, με την μόνη προϋπόθεση ότι θα φέρει εις πέρας τους όρους που του έθεσε αυτό το πλάσμα που τράβηξε από την άβυσσο...

"Συγνώμη που διακόπτω το κλισέ flashback σου κύριε Τζέημς Χάμιλτον Τζούνιορ, αλλά μήπως θα έπρεπε να ψάχνεις για κάτι; Ο χρόνος περνά."

Γύρισε, σαστισμένος, να κοιτάξει ποιος μίλησε. Ένας δαίμονας στεκόταν στην άκρη του δρόμου και του χαμογελούσε ειρωνικά. Αυτός ο δαίμονας δεν είχε τη στερεότυπη εικόνα (κόκκινο δέρμα, τραγίσιο μούσι, κέρατα και ουρά). Είχε ξανθά μαλλιά, κατάλευκη επιδερμίδα, πλατιούς ώμους, όμορφο νεανικό πρόσωπο με θεληματικό πηγούνι, αστραφτερό χαμόγελο και ματιά που θα έκανε κάθε γκοθού που σέβεται τον εαυτό της να αναστενάξει. Και ούτε που φορούσε τίποτα τζιν και πουλόβερ. Ήτανε κομψά, επαγγελματικά ντυμένος με άσπρο κοστούμι και κράταγε βαλιτσάκι. Τον λέγαν Άριοχ.

"Λοιπόν;" ρώτησε ο Άριοχ
"Ναι, το ξέρω! Δεν είναι και τόσο εύκολο ξέρεις! Και δεν βοηθά το ότι με έχεις πάρει απο πίσω", απάντησε εκνευρισμένος ο Τζέημς και άρχισε να απομακρύνεται σφίγγοντας πάνω του τη καπαρντίνα του.

Ο Άριοχ τον έβλεπε να απομακρύνεται. Οσμίστηκε τον αέρα, σαν κυνηγόσκυλο. Αυτό που μύρισε φάνηκε να τον ικανοποιεί.
Δεν θα αργήσει τώρα, σκέφτηκε.
Δεν ήταν κανένας τυχαίος δαίμονας. Ήταν παλιά καραβάνα. Μπορεί βέβαια τώρα να ανήκε στο sales department αλλά κάποτε ήταν ένας από τους Δούκες της Κόλασης - πριν την Μεγάλη Κρίση και τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν (rotation του το είπανε) με συνέπεια τον παροπλισμό του.
Αν και είχε καιρό να βγει στη γύρα. Δύσκολοι καιροί, με τον ορθολογισμό να έχει εξοστρακίσει τους θεούς και δαίμονες - παλιούς οδηγούς της ανθρωπότητας - από τον σύγχρονο "διαφωτισμένο" κόσμο... Όμως ήταν επαγγελματίας και οι αιώνες εμπειρίας του είχαν διδάξει την αρετή της υπομονής.
Και ήξερε φυσικά οτι τίποτα δεν είναι τυχαίο, σίγουρα όχι η επίκληση από  αυτόν τον Χάμιλτον. Γιατί τα νέα ήταν οτι υπάρχει νέος παίκτης στην αγορά, ευκαιρία για το Χάος να αναλάβει δράση ξανά, όπως παλιά. Για να συμμετέχεις στο παιχνίδι όμως πρέπει πρώτα κάποιος να σε καλέσει να παίξεις.
Και τώρα ανυπομονούσε να παίξει.

Στο μεταξύ ο Χάμιλτον κάτι είχε σκεφτεί επιτέλους. Θυμήθηκε τα μέρη από όπου περνούσε στους μοναχικούς περιπάτους του, τις νυχτερινές ώρες, όταν η πόλη κοιμόταν. Και τότε του ήρθε.
Το μανάβικο του γερο-Τζόνυ! Αυτό είναι. Εκεί θα έβρισκε βατόμουρα. Βέβαια τέτοια ώρα θα είναι κλειστό, σκέφτηκε, αλλά ο Τζόνυ μένει ακριβώς από πάνω. Θα τον ξύπναγε και θα τον ανάγκαζε να ανοίξει το μαγαζί. Άλλωστε ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ξανακοίταξε το ρολόι του. 2:06. Είχε ήδη περάσει ένα λεπτό! Έπρεπε να βιαστεί.
Το μανάβικο βρισκότανε στην οδό Φόρεστ, σε μια κακόφημη γειτονιά, δύο τετράγωνα προς τα δυτικά.
Όταν έφτασε λαχανιασμένος στο οικοδομικό τετράγωνο που έψαχνε, όλα ήταν  σκοτεινά και επικρατούσε ησυχία, εκτός από τις μακρινές νότες ενός σαξοφώνου  ("Miles Davis", υπέθεσε) που ταξίδευαν από το μπαρ στο διπλανό στενό, χωρίς όμως να καταφέρουν να ενοχλήσουν την  γειτονιά από τον ύπνο της.

Εντόπισε το μανάβικο και πλησιάζοντας είδε οτι είχε κατεβασμένες τις γρύλλιες και μια ταμπέλα που έγραφε:
ΦΡΕΣΚΑ ΦΡΟΥΤΑ - ΛΑΧΑΝΙΚΑ "Ο κήπος της Εδέμ"

Ακριβώς από κάτω ήταν κολλημένο ένα σημείωμα που έγραφε:

Το κατάστημα θα παραμείνει
κλειστό για δύο βδομάδες.
Απουσιάζω για διακοπές.
Τζόνυ Μίλτον

Ο Τζέημς έμεινε να κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια ενώ ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό του. Ένιωσε τον θυμό του να ανάβει σαν πυρωμένο σίδερο. Θόλωσε. Αγανάκτησε. Είχε τα δίκια του.

"Αντίο ελπίδα!" φώναξε και κλότσησε με μίσος μια ζαρντινιέρα που βρισκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου. Η ζαρντινιέρα δεν είχε καμιά ιδιαίτερη ιστορία. Κάποιος την τοποθέτησε εκεί κάποτε, όμως οι ορτανσίες που είχε φυτέψει είχαν μαραθεί από καιρό.
Θα μου το πληρώσεις αυτό, κακό χρόνο να 'χεις, σκέφτηκε η ζαρντινιέρα προς έκπληξη όλων μας αφού είναι γνωστό οτι οι ζαρντινιέρες ανέχονται τα πάντα, εκτός των διαδηλωτών. Αλλά αυτή η γειτονιά ήταν άσχημη.

"Πρέπει να βρω έναν λοστό και να σπάσω την πόρτα. Μπορεί κάτι να βρω μέσα..." μουρμούρισε ο Τζέημς.
"Μα δεν είναι δυνατόν όλα να συμβαίνουν σε μένα!" φώναξε, συμπληρωματικά.
"Δηλαδή μιλάμε για μεγάλη γκαντεμιά!!" ούρλιαξε, επιβεβαιώνοντας τις σκέψεις του.
"Άουτς!" πρόσθεσε ανέλπιστα.

Κάτι είχε προσγειωθεί στο μάγουλο του. Κάτι σκληρό, που λέρωνε. Σύντομα ακολούθησε και δεύτερο. Μέσα στο μισοσκόταδο προσπάθησε να διακρίνει από που προερχόταν η επίθεση. Δεν άργησε να το ανακαλύψει. Η μοναδική λάμπα που εξακολουθούσε να λειτουργεί έριχνε το λιγοστό φως της πάνω στους βιολετί τοίχους του απέναντι κτιρίου, στην είσοδο του οποίου η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Στο κατώφλι, σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, στεκότανε ένα κοριτσάκι και χαχάνιζε. Στα χέρια του κρατούσε ένα μπολ, που περιείχε προφανώς τα "πυρομαχικά".

Το πιτσιρίκι βούτηξε το χέρι του στο μπολ και του εκτόξευσε άλλο ένα βόλι. Αυτή τη φορά όμως ο Τζέημς κατάφερε να το πιάσει πριν βρει στόχο. Κοίταξε να δει τι ήταν, μετά ξεροκατάπιε και έγλυψε τα χείλια του.
"Βατόμουρο..." ψέλλισε.

Με την άκρη του ματιού του κοίταξε το ρολόι του. 2:09. Είχε άλλο ένα λεπτό.
Σήκωσε το βλέμμα του προς το παιδάκι με μάτια που γυάλιζαν.



Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2007

Περίληψη Μέρους Α

(Η παρακάτω περίληψη διαβάζεται με φωνή Αλέξη Κωστάλα. Επίσης προς το 2% που παρακολουθούν ΝΕΤ ενδείκνυται φωνή Βασίλη Βασιλικού. Τέλος ειδικότερα προς Γιάννη και Κώστα από 3ο ΤΜΧΕθ Μυτιλήνης με φωνή ανθυπασπιστή Μπέτσουρα)

Ένα βιβλίο με το όνομα PapariseThis ταξιδεύει στο χωροχρόνο και πέφτει ως δια μαγείας από τον ουρανό κατευθείαν στο κεφάλι του Mithrandir καθώς εκείνος επιστρέφει από τη δουλειά.
Εκείνη την ώρα δε τον πολυνοιάζει πως και από πού εμφανίστηκε γιατί ήταν ακριβώς ότι χρειαζόταν για να χαλαρώσει από την κουραστική εργασία του. Το ίδιο βράδυ βυθίζεται στις σελίδες του βιβλίου, μαγεύεται από το περιεχόμενο του και το τελειώνει μέσα σε λίγες ώρες. Τέτοιο διαμάντι δε πρέπει να μείνει αδημοσίευτο σκέφτεται. Ανοίγει αμέσως ένα μπλογκ και αρχίζει να το αντιγράφει με σκοπό να το κάνει γνωστό σε ένα ευρύ κοινό στο διαδίκτυο.
Θα ζητήσει απο τους φίλους του, DrStein, Downhill, kabamaru, Fight Back, Η τρυπια βαρκα ειναι σχεδια και Misirlou Oubliez να τον βοηθήσουν στο έργο του. Εκείνοι δέχονται μετα χαράς και αρχίζουν να γνωρίζουν και να καταγράφουν συγχρόνως τα μυστικά του ουρανοκατέβατου αριστουργήματος.



…….. Ακολουθεί μια μίνι περίληψη των όσων έχουν διαδραματιστεί μέχρι τώρα…….


Εκείνη την βροχερή νύχτα του χειμώνα, με τον δαιμονισμένο αέρα, όλα ήταν φαινομενικά ήσυχα σε εκείνη την πόλη.
Η Ιρένα Πάβλοβιτς, μια συμπαθής γριούλα κλεισμένη στο μικρό της διαμέρισμα αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία και τις μέρες της ένδοξης καριέρας της στο θέατρο και το κινηματογράφο.
Την ιδία ώρα που εκείνη, βυθισμένη στις αναμνήσεις της, ξεφυλλίζει το άλμπουμ της ζωής της, ο Τζέρρυ Άντερσον μπεκροπίνει στο μπαρ «Stairway to Heaven».
Το μπαρ ανήκει στον Τζον. Εκείνος μαζί με την γυναίκα του Τρεισι έχουν να αντιμετωπίσουν την ιδιάζουσα περίπτωση της κόρης τους που δείχνει να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. Κλεισμένο στο κόσμο του το μικρό τρελό κοριτσάκι το μόνο που βρίσκει άκρως διασκεδαστικό είναι να πετάει βατόμουρα στους περαστικούς, βάφοντας τους κόκκινα τα ρούχα.  Τα βατόμουρα μέλλουν να είναι και το μοναδικό στοιχείο που λείπει από τον Τζέημς Χάμιλτον για να σφραγίσει την συμφωνία του με το δαίμονα Άριοχ.
Ο Τζεημς, ένας αποτυχημένος συγγραφέας κόμικς, είναι διατεθειμένος να πουλήσει και την ψυχή του στο διάβολο, σαν άλλος Φάουστ, για να γευτεί την επιτυχία. Καιρό τώρα προσπαθεί να καλέσει το πνεύμα του κακού και όχι χωρίς αποτέλεσμα. Το κακό του φανερώνεται εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα αλλά η αβλεψία του να μην έχει εκείνο το μπολ με τα βατόμουρα ίσως του κοστίσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Μέσα σε 5 λεπτά πρέπει να βρει τα φρέσκα φρούτα αλλιώς το μόνο που τον περιμένει είναι η κόλαση. 
Στο μπαρ του Τζον, Ο Τζερρυ, ο ακοινώνητος και στριφνός πλούσιος εισοδηματίας όπως τον ήξεραν όλοι στη πόλη, κατεβάζει το πέμπτο ποτήρι ουίσκι μέχρι που ο Νικ ο μπάρμαν θα του ζητήσει ευγενικά να αποχωρήσει από το μαγαζί που πρέπει να κλείσει.

Στη έξοδο, την στιγμή που ανοίγει τη πόρτα να φύγει, ένας άνδρας συγκρούεται με εκείνον στη προσπάθεια του να μπει με την σειρά του στο μπαρ.  Είναι ο Allen Le Fang που επιθυμεί ένα ποτό για να ηρεμήσει τις ανησυχίες του. Έχει μόλις ξυπνήσει από έναν εφιάλτη που έχει στοιχειώσει πολλές φορές τον ύπνο του μέχρι τώρα. Από μικρός παλεύει με την μυστήρια εκείνη δύναμη που χαρακτηρίζει την ύπαρξη του. Ακόμα και για τον ίδιο η φύση του παραμένει άγνωστη και σκοτεινή.


Εκείνη τη νύχτα, στο μπαρ θα συναντήσει τη Crista.
Εκείνη θα γοητευτεί από την παρουσία του και εκείνος δε θα αρνηθεί το ερωτικό κάλεσμα της. Η επόμενη ώρα θα τους βρει στο δωμάτιο ακριβώς πάνω από το μπαρ για μια κολασμένη νύχτα. Το πρωί η Crista θα εξαφανιστεί χωρίς ούτε ένα αντίο. Πριν φύγει θα φροντίσει να μάθει κάποιο στοιχείο για τον άνδρα, που την έκανε να νιώσει εκείνο το απαράμιλλο και φλογερό πάθος,ψαχουλεύοντας τα προσωπικά του αντικείμενα. Φευ! Η μοίρα θα της παίξει άσχημο παιχνιδι. Που να ήξερε η Crista ότι έμελε να συστήσει στον εαυτό της τον μυστηριώδη εραστή της με ένα λάθος όνομα.
Πολύ περισσότερο δε που να φαντάζονταν αργότερα ότι καρπός εκείνου του φευγαλέου ερωτικού πόθου της θα ήταν ο Αλέξης. Ένας ερασιτέχνης μετεωρολόγος που έχει αποκτήσει νόημα στη μίζερη ζωή του μέσα από την εικονική του επαφή με ένα φόρουμ στο διαδίκτυο αφιερωμένο σε εκείνους που λατρεύουν το χιόνι. Το παράλογο είναι ότι το παιδί του χιονιού ζει στη Costa Mesa, στη περιοχή που το θερμόμετρο είναι κολλημένο στους 40 βαθμούς και η υγρασία είναι αφόρητη…

Και ενώ συμβαίνουν όλα τα παραπάνω, σε ένα παράλληλο σύμπαν που φαντάζει σε πρώτη ανάγνωση άσχετο με την ιστορία μας αλλά όπως θα αποδειχτεί δεν είναι καθόλου έτσι, στην Ελλάδα, ο Λευτέρης απολαμβάνει το καφέ του με την Στέλλα. Δείχνει περίεργα ανήσυχος. Εκμυστηρεύεται στη Στέλλα ότι τελευταία νιώθει κάτι να αλλάζει μέσα του. Δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί αλλά να σαν να μην μπορεί να ψελλίσει το σιγμα. Απλά έτσι ξαφνικά τον τελευταίο καιρό έχει χάσει ένα γράμμα της αλφαβήτου....
 


ΠΟΙΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ;

ΤΙ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ;

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!!!!!!!!!!!

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2007

Costa Alexis


Posted by Alexis:

Θέμα: Επιβιωση Αντικυκλωνα στην Αγγλια-Ευρωπη
Απεσταλμένο: 17/1/2007 10:09μμ
TO ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ GFS ΔΙΝΕΙ:
Εισχωρηση αντικυκλωνα στην βορειοδυτικη ευρωπη απο τις 216 ωρες και μετα με παραλληλη εξασθενιση των χαμηλων στην βορεια αγγλια-σκανδιναβια. Ως συνεπεια θα εχουμε την αλλαγη της κυκλοφοριας στην ευρωπη απο ζωνικη σε μεσημβρινη και την καθοδο ψυχρων αεριων μαζων ειτε στην ιταλια αρχικα,ειτε κατευθειαν στην χωρα μας.
ΤΟ GEM MODEL ΔΙΝΕΙ:
Χαμηλο στην αδριατικη,το gfs στο αιγαιο-δυτικη τουρκια και το ecmwf πουθενα!

Ομως σημασια εχει η συμφωνια 2 μοντελων οτι επιτελους θα παψει αυτη η κατασταση με χαμηλα τερατα στην αγγλια-σκανδιναβια και ο χειμωνας απο τις 21 του μηνα και μετα θα επανελθει στην χωρα μας!!Ειτε με βοριαδες κατευθειαν,ειτε με νοτιαδες αρχικα και υστερα με βοριαδες!Διαβασα σημερα σε ενα βιβλιο μετεωρολογιας μετα απο μια οικογενεια χαμηλων ακουλουθει απο πισω αντικυκλωνας!!Αρα λοιπον μαλλον η ωρα που περιμεναμε ερχετε και ελπιζω σε ψυχρη εισβολη αμεσως και οχι πρωτα νοτιαδες!!
ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ-ΕΜΜΟΝΗ ΑΝΤΙΚΥΚΛΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ!!ΑΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΤΕΙ ΑΥΤΟ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ...

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Where are you Jerry?
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



ΕΠΙΒΙΩΣΗ... Αν ηξερε καποιος απο επιβιωση αυτος ηταν ο Αλεξης. Ηδη απο την κοιλια της μανας του παλευε για τη ζωη. Μηπως δεν εκανε καταχρησεις η μανα του πριν τον συλλαβει; Κανονικα θα επρεπε να ηταν αλκοολικος, μονιμα μαστουρωμενος και με ερπη των γεννητικων οργανων απο την στιγμη της συλληψης του. 'Η μηπως δεν προσπαθησε τοσες φορες να αποβαλλει οταν εμαθε για την εγκυμοσυνη της η μανα του η Κρυσταλλω (Crista); Δεν χωρουσαν παιδια στην καριερα της. Ειχε παει εξωτερικο να σπουδασει με υποτροφια υπολογιστες, την εποχη που το μονο που μπορουσες να βρεις στο internet, αν εβρισκες internet δηλαδη, ηταν μοναχικοι στρατιωτικοι να κανουν τσατ. Ενα παιδι θα την απασχολουσε να γινει η φοβερη προγραμματιστρια που ηθελε. Τα χρονια περασαν και αρχισε να καταξιωνεται, περηφανευοταν οτι ηταν απο τους πρωτους που αρχισαν να οργωνουν την silicon valley. Ενα παιδι θα ηταν καταστροφη.

Αλλα εκεινο το βραδυ, στο μπαρ Stairway to Heaven (χα, ωραιο ονομα για μπαρ), για πρωτη φορα ενιωσε την γυναικα μεσα της να ουρλιαζει. Δεν μπορεσε να παρει τα ματια της απο πανω του. Παραδωθηκε υπνωτισμενη στα χερια αυτου του αγνωστου, που η ανασα του μυριζε γλυκο μπερμπον και εμεινε να διαγραφει με το δαχτυλο της το τατουαζ του ολο το βραδυ. Το πρωι ξυπνησε πρωτη, ντυθηκε αθορυβα, του εριξε μια τελευταια ματια και ανοιξε την πορτα του δωματιου που ειχαν νοικιασει για το βραδυ, ακριβως πανω απο το μπαρ. Θα εφευγε πρωτη, οπως εκανε παντα. Ομως σημερα...Διστασε... Γυρισε και ψαχουλεψε τα πραγματα του, βρηκε αυτο που ηθελε, "Σε λενε Τζερι Αντερσον" μουρμουρισε, εβαλε το πορτοφολι στη θεση του, και εφυγε για παντα. Σκοτωσε την γυναικα που συνεχιζε να ουρλιαζει μεσα της και εφυγε για παντα....



Posted by Frosty

Απεσταλμένο: 17/1/2007 11:09μμ
nai alla to GEM thn teleutaia psixri eisboli thn xehase sto spiti.........oyte otan egine den thn edeixe!!thimisoy...





-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Let it snow...
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Προσπαθουσε να θυμηθει μια ευτυχισμενη στιγμη στη ζωη του. Κανεις δεν του ειχε δειξει οτι τον αγαπα, οτι τον νοιαζεται. Παρατημενος να μεγαλωνει μονος του, μεσα σε ψυχρα δωματια με υπολογιστες, να μιλαει τη γλωσσα τους, διατρητος απο συναισθηματα, οπως οι καρτελες που επαιζε μικρος. Μονο αυτη η καλη κυρια, η κυρια Ιρενα, με την βαρια σλαβικη προφορα, τοτε που η μανα του ειχε αναλαβει να στησει τα ηλεκτρονικα συστηματα στο καναλι του αντρα της, του μιλουσε. Του ελεγε για τις δεξιωσεις και τις μεγαλες πρεμιερες, του μιλουσε για την πατριδα της. Και τον νανουριζε με παραμυθια που θα λεγε στα εγγονια της, για θαρραλεους κυνηγους που αψηφουσαν το κρυο και τα χιονια της Ρωσικης στεπας για να σωσουν ολοκληρα χωρια, για τον χιονανθρωπο που τον αγαπησαν τοσο που απεκτησε καρδια, για την Χιονατη. Καπου εκει τον κατελαβε η μαγεια του λευκου πεπλου της φυσης. Να μπορουσε να ξαπλωσει και να τον σκεπασει το χιονι. Να ακουει την σιωπη γυρω του, τις νιφαδες να πεφτουν μια-μια και να τον καλυπτουν, να καλυπτουν τα κενα της καρδιας του που οι ανθρωποι δεν μπορεσαν να γεμισουν. Και το αποφασισε, το χιονι θα γινοταν το παθος του. Μπορει να τον απογοητευε, οταν το περιμενε και δεν ερχοταν, για την ακριβεια ποτε δεν ειχε ερθει, αλλα τουλαχιστον η φυση ηταν χωρις δολο, τον αγνοουσε τυχαια. Ενω οι ανθρωποι παντα το επιδιωκανε να τον αγνοουν, να τον πληγωνουν....




Posted by Alexis:

Απεσταλμένο: 17/1/2007 11:20μμ
Βγαινω μια βολτα προς τα βορεια για ενα ποτο. Θα εχω τα ματια στραμμενα στον ουρανο, με την ελπιδα να δω "κατι"...Εδω εχει 6,9 βαθμους, παμε για το 5αρακι αυριο και το dpi στα 550. Ισως να ειμαι τυχερος σημερα...

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Where are you Jerry?
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ψεμματα ελεγε. Ουτε εξω θα εβγαινε, ειχε χρονια να βγει απο το σπιτι του, η θερμοκρασια ηταν πανω απο τους 40 βαθμους και η υγρασια τον επνιγε. Αλλα ηθελε να ελπιζει, και ηθελε να τον δεχτουν στο φορουμ. Επιτελους να τον δεχτουν καπου... Αλλα αν μαθαιναν οτι ο Alexis δεν ζουσε στα Αππενινα Ορη...αν μαθαιναν οτι ειχε περασει σχεδον ολη του τη ζωη κλεισμενος σε ενα διαμερισμα στην Costa Mesa...



Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2007

ALLEN LE FANG

       ΤΑΚ ΤΑΚΑ ΤΑΚ ΤΑΚ… Το μόνο που ακούγονταν στην ηρεμία της νύχτας ήταν ο ήχος από τα παπούτσια του στο λιθόστρωτο μονοπάτι και η κοφτή λαχανιασμένη ανάσα του…Τρέχει…αλλά για πού;;;
        Ρίχνει μία γρήγορη ματιά γύρω του χωρίς να σταματάει…Η μεσαιωνική έπαυλη απομακρύνεται πίσω του και το σκοτεινό και πυκνό δάσος πλησιάζει όλο και πιο κοντά…Αριστερά του είναι ένα ποτάμι και δεξιά κάθετα κοφτερά βράχια! Δεν ξέρει που βρίσκεται αλλά ξέρει πως δεν πρέπει να σταματήσει το τρέξιμο…Δεν έχει άλλα περιθώρια…το δρομάκι τελειώνει και ο οξύς ήχος του ξύλου αντικαθίσταται από το θρόισμα των φύλλων…
         Το δάσος αυτό ειναι βαθύ και μοιάζει περίεργο αλλά δεν έχει άλλη διέξοδο… Πρέπει να το διασχίσει…δεν μπορεί να γυρίσει πίσω… «πίσω είναι….μα τι είναι πίσω;;;» αναρωτήθηκε, αλλά δεν ήθελε και να το πολυψάξει…Συνέχισε το τρέξιμο…Έτσι πρόσταξε το ένστικτο αυτοσυντήρησης…
Το φως του φεγγαριού μεγένθυνε τους φόβους του και ξεκλείδωνε ανησυχίες που κανονικά υπάρχουν μόνο στα παιδικά όνειρα…Συνέχισε με όλη του την δύναμη…δύναμη που ούτε ο ίδιος δεν φαντάζονταν ποτέ ότι κατείχε κι όμως!
Συνέχισε την ξέφρενη πορεία του στο δάσος μα δεν έβλεπε να καταλήγει κάπου…Αισθάνθηκε την απόγνωση να τον κυριεύει…Δεν ήξερε που πηγαίνει και θεώρησε ανώφελο να συνεχίσει το τρέξιμο...
Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα…Η καρδιά του βρίσκονταν στα όριά της...Θα ήθελε να την σταματήσει να χτυπάει…Ήξερε ότι ο ήχος της θα τον προδώσει…δεν πρέπει να κάθεται εδώ…πρέπει να συνεχίσει…δεν έχει δυνάμεις…

Προσπαθεί να ηρεμήσει τον εαυτό του «Τόση ώρα τρέχω, πρέπει να είμαι ασφαλ…» μα πριν προλάβει να τελειώσει την σκέψη του ένας ξαφνικός θόρυβος ακούγεται πίσω του! Μετά δεξιά του, μετά ξανά πίσω του…Μία έκρηξη αδρεναλίνης οξύνει όλες τις αισθήσεις του μα αυτό δεν είναι αρκετό…μία άφατη στριγκλιά ακούγεται μέσα στο κεφάλι του και η περίεργη σκιά χίμηξε καταπάνω του…
Πετάχτηκε πάνω καταϊδρωμένος μόνο για να ανακαλύψει ότι ήταν ένα ακόμα όνειρο…κοίταξε την ώρα…4:00π.μ. Πάντα την ίδια ώρα…Έπιασε το μπουκάλι berbon που είχε στο κομοδίνο του και ήπιε μερικές γουλιές…Αν και έβλεπε τα όνειρα αυτά από μικρό παιδί πάντα είχαν τον ίδιο αντίκτυπο στην ψυχολογία του…Οι γιατροί δεν έδωσαν ποτέ κάποια εξήγηση και τα αμέτρητα ηλεκτροσόκ και οι πειραματικές τους εξερευνήσεις δεν έφεραν το παραμικρό αποτέλεσμα…Έτσι έχασε την πίστη του πρώτα στην επιστήμη και έπειτα στον Θεό…

Άναψε ένα τσιγάρο… Τράβηξε μία παρατεταμένη τζούρα και σηκώθηκε από το κρεβάτι του για να ρίξει μία ματιά στον δρόμο… Το τατουάζ του «Εκπεσσόντα Αγγέλου» κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της καλογυμνασμένης του πλάτης… Δεν χρειάστηκε να ανάψει το φως. Το παραμελημένο παραθυρόφυλλο δεν μπορούσε να μπλοκάρει αποτελεσματικά τα φώτα της πόλης. Η πινακίδα από νέον στην απέναντι μεριά του δρόμου τρεμόπαιζε αποκαλύπτοντας ανά διαστήματα μερικά από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ένα πρόσωπο τραχύ, αινιγματικό. 


“Stairway To Heaven”... «Ωραίος τίτλος για μπαρ» σκέφτηκε…Ο τίτλος καμία σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα. Λιγοστός κόσμος μπαινόβγαινε σ’ εκείνο το αλλόκοτο μέρος. Πάντα άνθρωποι της νύχτας, αινιγματικοί και λιγομίλητοι…. Έβαλε ένα CD στο στερεοφωνικό και πάτησε το play. Οι πρώτες νότες του Born again τον παρέσυραν στις πιο σκοτεινές περιοχές του μυαλού του, αναμνήσεις που αν του δίνονταν η δυνατότητα, θα ξερίζωνε μία και καλή…

Θυμήθηκε την παιδική του ηλικία, τότε που είχε ακόμα την ελπίδα πως αυτή η ιδιομορφία του δεν ήταν κάτι το μειονεκτικό αλλά αντίθετα έκρυβε μία μυστική δύναμη που όταν οι συνθήκες θα ήταν κατάλληλες θα εξωτερικεύονταν…Έπαιρνε κουράγιο από τους ήρωες των κόμιξ που διάβαζε…Λιγομίλητοι και αυτοί, κλεισμένοι στον εαυτό τους, κάτω από το βάρος του ιδιόρρυθμου μυστικού τους, ζούσαν διπλή ζωή…Αυτός προς το παρόν είχε γνωρίσει την αδύναμη πλευρά του και περίμενε υπομονετικά να υποδεχτεί την λύτρωση…τον υπερήρωα που έκρυβε μέσα του…Την είχε αισθανθεί αυτή την δύναμη…θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε αισθανθεί…κάποιες φορές, σε στιγμές που το πείραγμα των άλλων παιδιών καθρέφτιζε τα πιο πρωτόγονα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φυλής, ένιωθε μια δύναμη να γιγαντώνεται μέσα του… μα με το που σκέφτονταν να την εξωτερικεύσει μετατρέπονταν σε λαίλαπα, έρεβος, απόγνωση, σε κάτι απροσδιόριστο που έπρεπε να το σταματήσει πριν εξωτερικευτεί! Έτσι λούμωνε, καταπιέζοντας για άλλη μία φορά τον εαυτό του υπομένοντας όλα τους τα καπρίτσια μέχρι να βαρεθούν…
ΗΑ ΗΑ ΗΑ,
ΑLLEN LE FANG is a fag!!
HA HA HA ….”
φώναζαν τραγουδιστά τα πιτσιρίκια και του την “χάριζαν” για μία ακόμα φορά….O Allen έμενε κάτω απογοητευμένος, προδομένος, αναθεματίζοντας τον αδύναμο χαρακτήρα του…Λίγες φορές του είχε δοθεί η ευκαιρία να γνωριστεί με την περίεργη αυτή δύναμη και κάθε φορά την αισθάνονταν όλο και πιο αχνή…Μα πάντα επέλεγε να την αγνοήσει μέχρι που κάποτε χάθηκε…όχι όμως και τα όνειρα…τελικά τα λόγια των ψυχολόγων τον έπεισαν…Its all in your head boyits all in your head


Αποφάσισε να κατέβει για ένα ποτάκι στο απέναντι μπάρ…Διέσχισε τον δρόμο και κατευθύνθηκε προς το μπαράκι του «Τζόν»…Η επιγραφή “Stairway to heaven” συνέχιζε να αναβοσβήνει πάνω από το κεφάλι του…κοντοστάθηκε λίγο και έμεινε να την κοιτάει…Μία έκφραση σαρκασμού και πικρίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Πέταξε το τσιγάρο του και το πάτησε σαν να έσβηνε ένα κομμάτι του εαυτού του…Έκανε να ανοίξει την πόρτα αλλά τότε κάποιος μεθύστακας βγήκε από το μπάρ και τρεκλίζοντας έπεσε πάνω του… «Πρόσεξε που πάς ρε φίλε!!!» είπε, και συνέχισε τον δρόμο του διαγράφοντας απανωτά οχτάρια…
Δεν αντιμίλησε…δεν είχε διάθεση…κοίταξε κάτω και είδε ένα μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι…το άνοιξε για να δεί σε ποιόν ανήκει… «Τζέρρυ Άντερσον»… Έκλεισε το πορτοφόλι και μπήκε στο μαγαζί…Πλησίασε τον μπάρμαν ο οποίος ήδη είχε ξεκινήσει να του ετοιμάζει το ποτό του…έτυχε να ακούσει την κουβέντα για τον αγενή μεθύστακα… «Αυτό είναι δικό του» είπε και πέταξε το πορτοφόλι πάνω στο μπάρ… «Α! Όχι κύριε LE FANG» είπε ο Νίκ ο Μπάρμαν χωρίς να σταματήσει να γυαλίζει τα ποτήρια… «Εμείς δεν αναλαμβάνουμε τέτοια υποχρέωση…θα πρέπει να του το δώσετε ο ίδιος» …


Τζέημς Χάμιλτον


"Άριοχ! Άριοχ, εμφανίσου! Ο υπηρέτης σου σε καλεί!"

Ο Τζέημς Χάμιλτον έστεκε ιδρωμένος πάνω από τα περίεργα ιερογλυφικά που είχε χαράξει στο πάτωμα του μισοσκότεινου σαλονιού του. Τα μυστηριώδη γράμματα και σχήματα στα οποία στεκόταν έμοιαζαν με διάσπαρτα κιτρινοκόκκινα καρφιά στο λιγοστό φως που προσέφεραν τα κεριά όπως αυτό πολλαπλασιάζοταν από την αντανάκλαση τους πάνω στον παλιό οικογενειακό καθρέφτη.
Τα χέρια του έτρεμαν, τα μάτια του ήταν κοκκινισμένα και το λιπόσαρκο κορμί του έσταζε χοντρές στάλες ιδρώτα στο πάτωμα, οπου αναμιγνύοταν με κάποιο άλλο υγρό που είχε χυθεί.

Ο φανατικός ζήλος με τον οποίο είχε αφοσιωθεί στον μυστικισμό και στις απόκρυφες τέχνες τους τελευταίους μήνες τον είχαν μεταμορφώσει σε ένα πλάσμα αδύναμο και ισχνό. Και το βλέμμα του είχε αλλάξει. Ένα περίεργο βλέμμα αναδυόταν τώρα μέσα από τα κουρασμένα μάτια του, όλο συγκέντρωση, πανουργία...και λαιμαργία.

27 χρονών και κάποτε είχε αγγίξει σχεδόν την επιτυχία με ορισμένα βιβλία-κόμικ του, με super ήρωες - σεναριογράφος κόμικ ήτανε - που έκαναν αίσθηση στην underground κοινότητα (ο Άνθρωπος Κωλοβακτηρίδιο ήταν η πιο αξιομνημόνευτη δημιουργία του).
Όμως, όσο και αν προσπάθησε, ποτέ δεν κατάφερε να εξαργυρώσει το ταλέντο του με ένα mainstream hit. Στο τέλος όλες οι ιστορίες του έβγαιναν γκροτέσκες, με τους χαρακτήρες του να βρίσκουν συνήθως κάποιον απότομο και φριχτό θάνατο, και αυτό ποτέ δεν πούλησε σε αναγνώστες που αποζητούν το happy end.
Αυτός όμως ήταν αποφασισμένος να γελάσει τελευταίος και να γευτεί την γλυκιά γεύση της επιτυχίας. Τι δεν θα έδινε για να γράψει αυτό το έργο που θα τον έκανε φίρμα! Του είχε γίνει έμμονη ιδέα και ήτανε διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για αυτό, ακόμα και την ψυχή του να πουλήσει στο διάολο που λένε!
Το έψαξε λοιπόν καλά και προς μεγάλη του έκπληξη είδε πως δεν ήτανε ο μόνος ούτε και ο πρώτος που το σκέφτηκε. Πολλοί επιτυχημένοι stars είχανε κάνει ανάλογες συμφωνίες με ποίκιλλα ανταλλάγματα - και μήπως δεν άξιζε θυσίες η Τέχνη και τα Όνειρα κάποιου; ακόμα και να συνδιαλεχτείς και έρθεις σε συμφωνία με τις σκοτεινότερες των δυνάμεων;  Γιατί όχι και αυτός λοιπόν; Γιατί όχι για μια ιστορία; Την καλύτερη ιστορία που θα έγραφε ποτέ...

Πέρασαν μήνες προσεκτικής προετοιμασίας.
Μπορεί η αφοσίωσή του στον στόχο του να είχε το ανάλογο αντίκτυπο στην κοινωνική του ζωή αλλά ήταν πια έτοιμος για την τελετή.
Είχε ακολουθήσει πιστά όλες τις οδηγίες από τα σπάνια γριμόρια και τα αρχαία συγγράματα που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει.
Μα τώρα η αμφιβολία τον είχε κυριεύσει καθώς είχαν περάσει πέντε ώρες διαλογισμού και απαγγελίας ψαλμών χωρίς να γίνει κάτι.

Μήπως τελικά ήταν απλά ανόητος;


Συγκέντρωσε τις δυνάμεις του και ύψωσε την φωνή του:

"Άριοχ, άκου το κάλεσμα και εμφανίσου!"

ΜΠΑΜ! ΜΠΑΜ!!

Δύο χτυπήματα ακούστηκαν κάτω απ'το πάτωμα στο σημείο που στεκόταν. Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει έξω στο δρόμο.
Η καρδιά του Τζέιμς έφτασε στο λαρύγγι του.

"Θα κάνεις επιτέλους ησυχία; Προσπαθώ να κοιμηθώ!!!"
...Αυτή η τρελλόγρια από κάτω είναι, η Ιρένα Πάβλοβιτς...Δεν μας παρατάει και αυτή! (ενστικτωδώς έτριψε ένα φρέσκο καρούμπαλό στο κεφάλι του)

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σε ένα δευτερόλεπτο διαύγειας συνειδητοποίησε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Τόσο καιρό έχανε το χρόνο του κυνηγώντας ανεμόμυλους. Σίγουρα δεν πήγαινε καλά στα μυαλά του πιστεύοντας τέτοιες ανοησίες... Η επιτυχία δεν θα ερχότανε με θαύματα και κουραφέξαλα αλλά με σκληρή δουλειά και θετική ενέργεια.
Ε λοιπόν καιρός να αφήσει την απελπισία και να στρωθεί στη δουλειά. Και πρώτα πρώτα συμμαζεύοντας το χάος που είχε καταντήσει το δωμάτιό του.

Όταν άναψε το φως είδε έναν τύπο με κοστούμι να κάθεται στην πολυθρόνα, στην γωνιά του δωματίου, και να τον κοιτάζει με το πιο κυνικό μειδίαμα ζωγραφισμένο στα χείλη του.

"Γειά Τζέημς."




"Αα...Άριοχ;;" Δεν πίστευε στα μάτια του ο Χάμιλτον
"Με κάλεσες," είπε απλά ο κουστουμάτος, ενώ  έστρεψε το βλέμα του στο κάδρο με  την οικογενειακή φωτογραφία, που απεικόνιζε στιγμές περασμένων χρόνων: το αυστηρό αγέλαστο πρόσωπο του πατέρα του, δίπλα του το έξυπνο βλέμμα της μητέρας του με το κλασικό της συγκαταβατικό χαμόγελο, και στην μέση ο μικρός Τζέημς ντυμένος με το κυριακάτικο κοστούμι του.
"Ννν...ναι."
"Βλέπω οτι έχεις μεγάλο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία," σχολίασε.

Σήκωσε ένα βιβλίο από τον άτακτα πεταμένο σωρό πάνω στο πάτωμα του δωματίου και άρχισε να το περιεργάζεται, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
"Εί...είμαι συγγραφέας," κατάφερε να πει ο Τζέημς.
"Ποτέ δεν ρωτάω κάποιον ποιά είναι η δουλειά του, γιατί ποτέ δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που τον ρωτάω είναι ποιές είναι οι σκέψεις του και τα όνειρά του. Λοιπόν. Τί ζητάς;" ρώτησε με στόμφο.
Ο Τζέημς ξεροκατάπιε, το σκέφτηκε λίγο και έδωσε την καλύτερή του απάντηση:
"Εχμμ.. λοιπόν...ξέρεις...επιτυχία, λεφτά...δόξα!"
"Και πως σκοπεύεις να τα αποκτήσεις όλα αυτά;" συνέχισε το παιχνίδι των ερωτήσεων  ο κομψός κύριος.
"Με... μιά ιστορία!"
"Ένα βιβλίο;" Η τελευταία απάντηση που πήρε φάνηκε να τον διασκεδάζει, αν και τα μάτια που απότομα  κοίταξαν αυτά του Τζέημς, δεν είχαν ίχνος ευθυμίας μέσα τους. Άφησε το βιβλίο που κρατούσε να πέσει στο πάτωμα.
"Ένα βιβλίο..." επανέλαβε σαν υπνωτισμένος ο Τζέημς Χάμιλτον
"ΟΚ, ξέρεις τι σημαίνει αυτό."
"...Ναι."
"Τότε φέρε το αψέντι να σφραγίσουμε τη συμφωνία."
"Ορίστε, Δούκα μου!" του έδωσε το μπουκάλι με το αψέντι
"Και τώρα τα βατόμουρα, που θα βουτήξουμε στο αψέντι"
"..."
"Και τώρα τα βατόμουρα," επανέλαβε
"Ποιά;; Δεν ξέρω τίποτα για βατόμουρα!"
"Θέλεις να πεις οτι δεν έχεις μαζί σου ΤΟ μπολ με τα φρέσκα βατόμουρα;" Ο Άριοχ χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα κατάλευκα, κοφτερά του δόντια
"Εε, μισό λεπτό, αυτό δεν το έχω ακούσει ποτέ, δηλαδή δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς τα βατόμουρα; Ω, Αρχοντα των επτά Σκοταδιών...", ο Χάμιλτον έκοψε την πρόταση του απότομα κοιτάζοντας το ζευγάρι των δαιμονικών ματιών (μάτια ενός παράφρονα όπως συνειδητοποιούσε τώρα) να τον παρακολουθούν. Ξεροκατάπιε και άρχισε να ιδρώνει πάλι, ενώ τα δάχτυλά του κατευθύνθηκαν ενστικτωδώς προς τον λαιμό του ωσπου βρήκαν και έσφιξαν σφιχτά το φυλαχτό που είχε περασμένο εκεί.
"Είναι απλό. Βατόμουρα για την ψυχή σου. Ή τα βρίσκεις μέσα σε 5 λεπτά ή έρχεσαι μαζί μου... Για πάντα"

"...Και που θα βρώ τέτοια ώρα ένα μπολ φρέσκα βατόμουρα...μέσα σε 5 λεπτά;!"



Θα καταφέρει άραγε να βρεί τα βατόμουρα ο ήρωάς μας ώστε να πιάσει η συμφωνία με τον διάβολο; 
Ή θα τον φάει η μαρμάγκα; 
Εεε; Ε; 
Ε;




Απαντήσεις, αγαπητέ αναγνώστη, θα δοθούν σε επόμενο επεισόδιο, stay tuned!

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2007

Το τρελό κοριτσάκι

Κρεμασμένο από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου, το τρελό κοριτσάκι έβρισκε καταπληκτικά διασκεδαστικό για άλλο ένα πρωινό να πετάει βατόμουρα στους περαστικούς, βάφοντας τους κόκκινα τα ρούχα. Αυτή του η ασχολία δεν είχε λογική, αλλά και τι είχε λογική σ’αυτό το παιδί από τη γέννηση του..

Ποτέ της ως τα 6 της χρόνια δε μίλησε, ποτέ δεν έδειξε να έχει επαφή με το περιβάλλον, ποτέ της δεν επέδειξε συναισθηματική επαφή, δεν υπήρξε ούτε καν οικεία με τους γονείς της, το Τζον και την Τρέιση. Και φυσικά αυτοί προσπάθησαν να παρέχουν τα πάντα στη μοναχοκόρη τους. Οι δεκάδες ιατρικές γνώμες πάνω στην ιδιάζουσα περίπτωση του κοριτσιού, διέψευδαν η μία την άλλη και οι γονείς απλώς έλπιζαν πως το πρόβλημα ήταν ψυχολογικό και πως κάποια μέρα όλα θα διορθωθούν μαγικά, το παιδί τους θα συμπεριφερθεί σα φυσιολογικό παιδί της ηλικίας του. Μέχρι τότε, φρόντιζαν να της προσφέρουν αγάπη και μπολ με φρέσκα βατόμουρα δίπλα στο παράθυρο της.

Το τρελό κοριτσάκι κλεισμένο στο δωμάτιο του μελαγχολούσε, ή τουλάχιστο έτσι το ερμήνευαν οι γονείς του – κανείς δεν ήξερε αν πράγματι κάτι ένιωθε ή αν κάτι αντιλαμβανόταν που να επηρεάζει την όποια ψυχολογία του. Και ο μόνος τρόπος να αλλάξει η διάθεση του ήταν η ρίψη βατόμουρων που το έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να βγάζει ακατάληπτες κραυγές.


Οι εξοργισμένοι περαστικοί της οδού Φόρεστ αισθάνονταν ενοχές μόλις ζητούσαν τα ρέστα και έβλεπαν το κοριτσάκι να προσπαθεί να χτυπήσει παλαμάκια γελώντας ευτυχισμένα. Κάποιες μέρες η Τρέιση, η μητέρα του, όταν δεν ήταν στις καλές της και δεν άντεχε τους τσακωμούς και τις εξηγήσεις, έβγαζε μία αφίσα που είχε φτιάξει που έγραφε για το καθυστερημένο κορίτσι και την «κακή» συνήθεια του δίπλα από μία χαρακτηριστική φωτογραφία. Αυτό το «καθυστερημένη» την ενοχλούσε αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να γλυτώνει από τα θύματα του βατόμουρου.

Ο πατέρας του κοριτσιού από την άλλη, αν και σκληρός άντρας της νύχτας, παρουσίαζε μεταπτώσεις στη στάση του απέναντι στο παιδί. Πολλές φορές είχε διάθεση και επέμενε να της δείχνει πράγματα, να δοκιμάζει να την πάει βόλτα και να της διαβάζει. Υπήρχαν όμως και πολλές φορές που έμενε όλη τη νύχτα στο μπαρ και έπινε και καταριόταν την ατυχία του. Πίστευε ότι ο αλκοολισμός του είχε κάνει προβληματικό το παιδί του. Κι όταν πια ξημερώματα γυρνούσε στο σπίτι του, ήλπιζε ότι η κόρη του θα τον αναγνωρίσει από το παράθυρο και ως ένδειξη προόδου της νοητικής της κατάστασης, τουλάχιστο δε θα του πετάξει βατόμουρα. Και προσπαθώντας να κρύβει τη θλίψη του, παρίστανε το μεθυσμένο και έβριζε την Τρέιση διατάζοντας τη να πλύνει το λερωμένο του πουκάμισο.