Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2006

Sigma

- Τι θα πάρετε;
Ο Λευτέρης είχε προετοιμάσει την απάντησή του:
- Φραπέ μέτριο με γάλα.
Η γυναίκα που τον αγαπούσε και καθόταν δίπλα του ανησύχησε. Έστρεψε το κεφάλι της και τον ρώτησε:
- Είσαι σίγουρος;

Ο Λευτέρης γνωρίζοντάς την κατάστασή του, ιδίως αυτές τις μέρες, την αγνόησε μέσα του, αλλά έστω και για την τιμή των όπλων έπραξε αυτό που θεωρούσε ως σωστό. Την κοίταξε επίμονα κατά πρόσωπο για να της θυμίσει ποιος είναι το αφεντικό, ή τέλος πάντων, ποιος υποτίθεται ότι είναι το αφεντικό, μια και οι εξωτερικές εντυπώσεις τον ενδιέφεραν ίσως περισσότερο. Τα μάτια του παρόλα αυτά δεν άγγιζαν τα δικά της, δεν μπορούσαν στ’ αλήθεια τα δύο αυτά όντα να επικοινωνήσουν άμεσα διαμέσου του βλέμματος, χρειάζονταν πάντα ένα δεύτερο χρόνο για να φτάσουν στη μέση της γέφυρας και το ποταμάκι με τους δροσερούς ήχους των μικρών κυμάτων του να ρεύσει από κάτω τους δημιουργώντας το κλίμα της αρμονίας ανάμεσά τους. Έτσι και τώρα.
Ο Λευτέρης συνέχιζε να την κοιτά επίμονα, ώσπου αυτή να έβλεπε το βέλος που αναβόσβηνε εντατικά μες στο κεφάλι του, το βέλος που της έδειχνε τη συμπεριφορά που αυτή έπρεπε να ακολουθήσει. Και η συμπεριφορά ήταν απλή: «Ποτέ δεν αμφισβητούμε επιλογές του Λευτέρη». Παρόλα αυτά, ο εγωισμός του αναμετριόταν εδώ και λίγα δευτερόλεπτα με τις εξωτερικές εντυπώσεις, αφού η δυσφορία του για το αδικαιολόγητο της αναμονής του σερβιτόρου πάνω από τα κεφάλια τους, η ενδεχόμενη φράση του σερβιτόρου «να έρθω σε λίγο;» ανάγκαζαν τώρα αυτό το βελάκι να δείξει την κατεύθυνση της δικής του συμπεριφοράς.

- Εγώ αυτό θα πάρω, είπε λακωνικά. Εσύ τι θα πάρεις, συνέχισε με κάπως διδακτικό ύφος, εννοώντας: «πρέπει να ξεμπερδεύουμε με αυτήν την παραγγελία κάποια στιγμή».
- Εγώ θα ήθελα ένα brownies με παγωτό καραμέλα, είπε η Στέλλα.

Η Στέλλα του έριξε ένα συντροφικό βλέμμα γεμάτο στοργή, καθώς αποχωρούσε ο σερβιτόρος. Το βλέμμα της δεν σήμαινε τίποτα, απλά «σ’ αγαπάω και θα στο δείχνω κάθε στιγμή».
Η Στέλλα ήταν ελληνογερμανίδα που μετακόμισε με την οικογένειά της στα δεκαπέντε της στην Ελλάδα με τη σιγουριά ότι πλέον η νέα πατρίδα της θα είναι η Ελλάδα, όπου οι γονείς της αποφάσισαν οριστικά να ζήσουν τα συντάξιμα χρόνια της ζωής τους. Κόρη Έλληνα δασκάλου σε δημόσιο ελληνόφωνο σχολείο της Γερμανίας, στο Baden - Württemberg, και μητέρας Γερμανίδας, υπαλλήλου τουριστικού γραφείου ταξιδίων, σκέφτηκε τις επιλογές της μόλις ήρθε στην Ελλάδα για το επάγγελμα που θα ασκούσε. Με την απλότητα και αποφασιστικότητα που διέπει τη σκέψη της γρήγορα κατέληξε να σπουδάσει γερμανική φιλολογία και να κερδίζει το ζην της από τη διδασκαλία της γερμανικής, της μητρικής της γλώσσας.
Με την ίδια απλότητα και αποφασιστικότητα τον κοίταζε και τώρα δείχνοντάς του την αγάπη της, αλλά ο Λευτέρης δεν είχε σκοπό να μην διδάξει τη δασκάλα, έστω ήπια αυτή τη φορά. Συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, αφιέρωσε ένα δευτερόλεπτο να σκεφτεί τα κόλπα που θα τον βοηθούσαν την κρίσιμη στιγμή της ομιλίας και ξεκίνησε:

- Μα καλά, είπε ο Λευτέρης, μιλώντας αργά και σταθερά και σταματώντας πριν από κάθε λέξη, τι νόημα έχει να συζητάμε με το σερβιτόρο πάνω από το κεφάλι μας, αν είμαι σίγουρος για το τι θα παραγγείλω;
- Για σένα το είπα. Να μη σε πειράξει ο φραπέ. Είναι πολύ δυνατός.
- Τώρα θα με πειράξει;, είπε ο Λευτέρης, δυσκολευόμενος λιγάκι να πει το «ξ».
- Σε παρακαλώ, είπε θερμά η Στέλλα με φωνή γονατισμένη, θα μου πεις τι βλακείες είναι αυτές που μου έλεγες στο τηλέφωνο;
- Δεν ήταν βλακείες, είπε κάπως αγχωμένα ο Λευτέρης, παρατηρώντας ότι είχε έλλειψη ανάσας στα πνευμόνια του. Απέφευγε να ανασαίνει καλά τον τελευταίο καιρό. Κάτι τον ενοχλούσε.
- Τι ακριβώς σου συμβαίνει; Γιατί δε μου λες;
Ο Λευτέρης ανέστειλε τις αναστολές του.
- Τις τελευταίες μέρες, ψέλλισε, δεν μπορώ να πω το σίγμα.
- Τι; Τι’ ναι αυτά που λες;, είπε η Στέλλα σχεδόν γελώντας, αφού δεν μπορούσε να το πιστέψει. Για πες «σίγμα».

Ο Λευτέρης προσπάθησε να πει «σίγμα», αλλά, αντί για «σ», βγήκε κάτι μεταξύ σφυρίγματος και «ζ». Απογοητευμένος ο Λευτέρης έσκυψε το κεφάλι.

- Αλήθεια σου λέω. Τον τελευταίο καιρό έχω χάσει ένα γράμμα της αλφαβήτου.



Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2006

Intermission

Διακόπτουμε τη μετάδοση αυτού του έργου για να σας ευχηθούμε

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2006

O Τζέρρυ Άντερσον



Το ξημέρωμα αργεί ακόμα.
Ο χειμώνας κάνει δειλά δειλά την εμφάνιση του, μαζί του και οι κρύες νύχτες σαν και αυτή.
Η μικρή πόλη κοιμάται. Η απόλυτη ησυχία διαταράσσεται μόνο από την υπόκωφη βοή ενός δαιμονισμένου ανέμου. 
Σκοτάδι παντού, μόνο κάτι μικροί στύλοι φωτίζουν τους κεντρικούς δρόμους. Ένας από αυτούς οδηγεί στο μοναδικό ανοιχτό ποτοπωλείο εκείνη την περασμένη ώρα.






Ο φωτισμός χαμηλός. Το τζουκ μποξ παίζει το Nefertiti του "Miles Davis".
Ο ήχος του σαξόφωνου συντροφεύει στις σκέψεις του τον άνδρα που κάθεται στην άκρη του μπαρ. Είναι o μόνος πελάτης στο μαγαζί. Από το ντύσιμο του φαίνεται καλοστεκούμενος. Δεν είναι πάνω από σαράντα.
Το πρόσωπο του φαίνεται να έχει όμορφα χαρακτηριστικά αλλά έχει πάρει μια στρυφνή και παγωμένη έκφραση που το αλλοιώνει. Έχει το βλέμμα χαμηλό και σκεπτικό. Που και που ρίχνει κάποιες κλεφτές ματιές, απέναντι του, σε μια μικρή παλιά τηλεόραση, με απενεργοποιημένο τον ήχο, που δείχνει σκηνές από την κλασσική ταινία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου “H κόμισσα του Σάσεξ” με την αγαπημένη του αξέχαστη πρωταγωνίστρια "Ιρένα Πάβλοβιτς". Συντροφιά του πέντε ποτήρια άδεια.
Παραγγέλλει ένα ακόμα Jack Daniels.
«Το ποτό σας κύριε. Να ξέρετε όμως ότι το μαγαζί σε λίγο κλείνει!» λέει ο μπάρμαν χαμογελώντας ευγενικά καθώς αφήνει το ποτήρι μπροστά του.

Ο άνδρας τον κοιτάζει λοξά και από το στόμα του βγαίνει ένα σύμπλεγμα από φωνήεντα και σύμφωνα που σχηματίζουν κάτι σαν αναθέματα και βρισιές. Είναι τόσο μεθυσμένος που η ακολουθία των προτάσεων του δε βγάζει νόημα. Ο λόγος του διακόπτεται απότομα καθώς τραντάζεται από ένα δυνατό λόξυγγα. Καρφώνοντας το βλέμμα επίμονα στον μπάρμαν σηκώνεται βιαστικά. Εκείνος δείχνει να απορεί αλλά δεν δίνει περαιτέρω συνεχεία. Φοράει το μεγάλο του παλτό. Πίνει την τελευταία γουλιά από το ποτό του. Κατευθύνεται προς την έξοδο παραπατώντας. Κλείνει την πόρτα πίσω του με δύναμη και χάνεται στο σκοτάδι.
Ο μπάρμαν γυρνά στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού που κάθεται λίγο παραπέρα και μετρά τις εισπράξεις της ημέρας.

«Ποιος ήταν αυτός κύριε Τζον?» , ρωτά με απορία.

Ο Νίκ είναι καινούργιος στη δουλειά και δε γνωρίζει ακόμα πρόσωπα και καταστάσεις . Είναι φοιτητής και δεν έχει πάνω από ένα μήνα στη πόλη. Όμως η φιγούρα εκείνου του άνδρα του φάνηκε πολύ παράξενη. Δεν είναι η πρώτη φορά που τον είχε δει. Ερχόταν μέρα παρά μέρα την ίδια ώρα. Πάντα αργά όταν ήξερε ότι οι πελάτες είναι λιγοστοί, σαν να ήθελε να αποφύγει τυχαίες συναντήσεις. Καθόταν στην ίδια θέση και έπινε το ίδιο ποτό.

«ποιον εννοείς ?» Αποκρίθηκε ο ιδιοκτήτης, αφήνοντας για λίγο τους υπολογισμούς στους οποίους ήταν αφοσιωμένος τόση ώρα..

Ο Τζον είναι χρόνια στη νύχτα και έχουν δει πολλά τα μάτια του σε εκείνη τη πόλη. Έχει γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Ξέρει τους πάντες. Από το μαγαζί του έχουν περάσει πολλοί και διάφοροι. Παντρεμένοι παρέα με το παράνομο έρωτα τους, φοιτητές παρέα με το κέφι και τις φωνές τους, ερωτευμένοι, χωρισμένοι, αλκοολικοί, παράξενοι, φρικιά, αδιάφοροι, όλοι ανεξαιρέτως. Είναι αρκετά διαχυτικός και κερδίζει εύκολα τη εμπιστοσύνη του συνομιλητή του. Του αρέσει να χώνει την μύτη του παντού και ξέρει πολλά.

«τον κύριο που μόλις έφυγε», απάντησε άμεσα ο Νικ.

«Α, εννοείς τον Τζέρρυ ‘Αντερσον», είπε ο Τζον γελώντας διακριτικά.

«Δεν είναι πολύ παράξενος?», ρώτησε ο Νικ.. Ήταν περίεργος και γούσταρε να μαθαίνει για τους μπεκρήδες θαμώνες του μαγαζιού. Ήταν σίγουρος ότι όλοι κουβαλούν πίσω τους μια ενδιαφέρουσα και πονεμένη ιστορία.

Ο Τζον δεν είχε διάθεση να ανοίξει συζήτηση. Ήθελε να τελειώνει με το μέτρημα των χρημάτων και να γυρίσει γρήγορα στη κυρά του που του παραπονιόταν ότι ξεχνιέται στο μπαρ και δε μαζεύεται ποτέ στο σπίτι. Και ποιος άντεχε την γκρίνια της Τρέιση. Όμως ήξερε καλά ότι ο μικρός δεν θα τον άφηνε έτσι εύκολα ήσυχο, χωρίς να του βγάλει κουβέντα. Ήταν πεισματάρης ο μπαγάσας σαν και τον ίδιο.

«Ο Τζέρρυ είναι πολύ μοναχικός τύπος» είπε κοφτά ο Τζον και συνέχισε αφού ξερόβηξε για λίγο… «Δεν μιλεί σε κανένα… μάλιστα, παρόλο που έρχεται στο μαγαζί πολλά χρόνια δεν μου έχει απευθύνει ποτέ το λόγο πέρα από τα τυπικά. Ξέρω όμως ότι είναι πολύ πλούσιος. Εισοδηματίας. Τίγκα στο τάλιρο αδελφέ μου. Ζει με τη γριά μανά του στο μεγάλο σπίτι που ξεχωρίζει σε εκείνο το μικρό λόφο λίγο έξω από την πόλη. Ξέρεις πιο σπίτι λέω, ε?¨»

«Ναι! Το έχω δει πολλές φόρες. Περνώ από κει καθώς έρχομαι για την δουλειά. Είναι περιφραγμένο γύρω γύρω με ψηλά μαύρα κάγκελα τυλιγμένα με κισσό που σε εμποδίζει να δεις το εσωτερικό του » απάντησε ο Νικ που άκουγε με προσοχή.

« Ά γεια σου, ακριβώς αυτό λέω. Λοιπόν ο Τζερρυ είναι απόμακρος. Κυκλοφορούν πολλές φήμες γι αυτόν στη πόλη. Τις προάλλες ήρθε στο σπίτι η Κάρολ, η φίλη της κυράς μου, που είναι και η πρώτη κουτσομπόλα. Είχε πάει στην Άννα λέει για τσάι η οποία της ορκίστηκε ότι μια μέρα που πέρναγε από το μεγάλο σπίτι άκουσε φωνές δυνατές και οδυρμούς. Ισχυρίζεται ότι συχνά ο Τζέρρυ χτυπάει την γριά μάνα του, η οποία τα έχει και λίγο χαμένα η καημενούλα. Δε ξέρω άμα είναι υπερβολές, Νικ, αλλά δεν τον έχω και πολύ στα καλά του τον τύπο. Επίσης λένε ότι είναι και αγοραφοβικός. Ξέρεις εκείνη την ασθένεια που τρελαίνεσαι με την πολυκοσμία. Κάποιοι, λέει, έγιναν μάρτυρες ενός επιληπτικού σοκ που είχε πάθει, ακριβώς γι αυτό το λόγο, μια μέρα στο πολυκατάστημα ρούχων, στο κέντρο, σε ώρα αιχμής…»

«Εσείς τι πιστεύετε, τελικά για αυτόν?» πετάχτηκε απότομα ο Νίκ διακόπτοντας τον ειρμό του Τζον. Πάντα ήθελε να ακούσει την γνώμη του γιατί είχε εμπιστοσύνη στη κρίση του. Ο Τζον είχε το χάρισμα να σκιαγραφεί χαρακτήρες κάτι που όλοι του το αναγνώριζαν. Ήταν σπάνιες οι φόρες που έπεφτε έξω.

«Αυτό που σου΄πα, φίλε μου. Ένας ψυχάκιας αλκοολικός είναι…. και να σου πω και κάτι…Σταμάτα να σε γοητεύουν τέτοιες μυστηριώδεις φιγούρες. Φαντάσματα του εαυτού τους είναι . Καλοβολεψάκηδες, κομπλεξικοί, που δεν έχουν τι να κάνουν και πνίγουν την μιζέρια τους στο ποτό. Τους ξέρω τους μυρίζομαι εγώ, όλοι ίδιοι είναι. Ακούς?», κατέληξε ο Τζον υψώνοντας για λίγο το τόνο της φωνής του.


Ο Νίκ δεν είπε τίποτα. Χαμήλωσε συγκαταβατικά το κεφάλι του αλλά δεν ήξερε άμα συμφωνούσε.

«Άντε τώρα έλα να κλείσουμε το μαγαζί, με έφαγες στη πάρλα και ποιος την ακούει την γυναίκα μου.» είπε ο Τζον και πήγε να κλείσει το ταμείο.

  



Ο άνεμος συνέχιζε να είναι πολύ δυνατός και έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. 

Διάφορα μικροαντικείμενα, πετάμενα στο μεγάλο δρόμο που οδηγεί στο λόφο, αιωρούνται και χορεύουν στους ρυθμούς του. 

Οι ψιχάλες που μαστιγώνουν το πρόσωπο του Τζερρυ είναι ενοχλητικές αλλά τον έχουν βοηθήσει να συνέλθει λίγο από το μεθύσι του.






 ( Συνεχίζεται...)  

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2006

Ιρένα Πάβλοβιτς


Κάθεται μονάχη στην καρέκλα της, στο άδειο και σκοτεινό της διαμέρισμα χαμένη στις σκέψεις της. Η τηλεόραση παίζει “το πάρτι της ζωής σου” αλλά εκείνην ελάχιστα φαίνεται να την ενδιαφέρει. Εξ΄ άλλου το τηλεοπτικό αυτό “σόου” διασκέδασης της φαίνεται το λιγότερο αστείο μπροστά στη λάμψη που είχε κάποτε η ζωή της. Εκείνη επιζητά απλά το φως που ξεπροβάλει από το γκρίζο κουτί γιατί της θυμίζει πολλά.... Και οι σκέψεις της είναι το μόνο που της έχει απομείνει πια.

Είναι η Ιρένα Πάβλοβιτς. Η μεγάλη ηθοποιός που έκανε όλον τον κόσμο να παραμιλάει με την απαράμιλλη ομορφιά και το ταλέντο της. Παντρεμένη με τον μεγιστάνα των media Ελληνοαμερικάνο Μενέλαο Πάπας. Μία δυναμική γυναίκα συνηθισμένη στην χλιδή και στα αστραφτερά φλας των φωτογράφων.

Μετά όμως τον χαμό του αγαπημένου της τίποτα δεν έχει σχέση με τα μεγαλεία του παρελθόντος. Κληρονόμησε μόνο χρέη και τώρα αναγκάζεται να πουλήσει την έπαυλή της. Το μέρος όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Όλες τις χαρές και τις λύπες τις. 

Κάποτε με το κούνημα του μικρού της δακτύλου είχε τον κόσμο ολόκληρο. Τώρα περιμένει κάθε μήνα τον ταχυδρόμο για να ζήσει με την πενιχρή της σύνταξη. Δίχως το επίδομα θέρμανσης δύσκολα θα τα βγάλει πέρα στο 35 τετραγωνικών νέο διαμέρισμα της.

Δεν έχει παιδιά αλλά πολλοί γείτονες έχουν προθυμοποιηθεί να την βοηθήσουν.
Εκείνη όμως έχει μάθει αλλιώς. Έχει κερδίσει με το σπαθί της τα πάντα. Επί πέντε λεπτά την χειροκροτούσαν στο Βελιγράδι και στην Σαραγόσα.
Βέβαια ο χρόνος και η πραγματικότητα έχουν αμβλύνει λίγο τον απόλυτο χαρακτήρα της αλλά μέσα της παραμένει η μεγάλη πρωταγωνίστρια Ιρένα Πάβλοβιτς.

Συνεχίζει να θυμάται τις μεγάλες στιγμές δόξας. Να θυμάται τον μεγάλο της έρωτα. Να θυμάται...

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2006

Σσσσσς...αρχίζει



Ταράτσες σπιτιών.
Ερχόμαστε πιο κοντά στο έδαφος τώρα.
Ζουμ στο βρώμικο παράθυρο μιας κακοσυντηρημένης πολυκατοικίας.

Αλλαγή πλάνου - μέσα από το παράθυρο.

Στο μικρό δωμάτιο κάθεται ο Μπάστιαν πάνω στο κρεβάτι του. Κρατάει κάτι στα χέρια του. Tι αγωνία...


Τόπος: Σάο Πάουλο 
Έτος: 2010
Κρατάει ένα βιβλίο και χαμογελάει. Επιτέλους μετά από οικονομίες δύο εβδομάδων κατάφερε να συγκεντρώσει τα χρήματα για να αγοράσει το απόλυτο μπεστ σέλερ των ημερών, φρεσκομεταφρασμένο στα πορτογαλικά, το "Paparise This".
Τα άλλα παιδιά στη φαβέλλα θα τον κορόιδευαν, ως συνήθως, όταν μάθαιναν οτι ξόδευσε το πενιχρό του χαρτζηλίκι σε ένα βιβλίο. Μα τον Μπάστιαν δεν τον απασχολεί αυτό.
Άκου "ένα βιβλίο"! Στα χέρια του βρίσκεται TO βιβλίο, που πέτυχε τις μεγαλύτερες πωλήσεις της τελευταιας δεκαετίας, που κατέκτησε την πρώτη θέση στα book charts όλου του κόσμου, που χαρακτηρίστηκε μεταξύ άλλων ως "Το Παρα Πέντε μετά από κατάποση LSD" και "Η Λάμψη συναντά τη Βέρα στο Δεξί".
Μεταξύ μας, ο δωδεκάχρονος Μπάστιαν δεν είχε ιδέα τι σήμαιναν όλα αυτά. Αλλά ακόμα και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να μην αποκτήσει το βιβλίο που ο Coehlo περιέγραψε ως μεταφυσική εμπειρία και οι βιβλιοκριτικοί χαιρέτισαν ως πραγματική αποκάλυψη των 10's. Συν οτι στο εσώφυλλο είχε φωτό του ΑΠΟΛΥΤΟΥ γκομενακίου για εκείνον το μήνα (τον νέο δεσμό του Ronaldo, top model, Ronaldinia Cruzeiro Palmeiras daCosta Segunda, πολύ καλή).
Οι μαρκετίστες ξέρουν καλά τη δουλειά τους, σκέφτεται και χαμογελάει συνωμοτικά καθώς ανοίγει την πρώτη σελίδα...

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εξαιτίας μιας ανωμαλίας στο χωροχρονικό ασυνεχές (Θεός-Γιεχόβα: ένα βραχυκύκλωμα ήτανε μόνο, don't worry I'll fix it) το βιβλίο εξαφανίζεται απ'τα χέρια του και στη θέση του εμφανίζεται ένα χρυσό αυγό 24 καρατίων!
"Γουάουυυυ," φωνάζει ο Μπάστιαν. "Χέστο το κωλοβιβλίο, με αυτό το αυγό μπορώ να αγορασ..."

Απότομη αλλαγή πλάνου (σαν το εφφέ που κάνει ο Lukas στο Star Wars, θυμάσαι? αει γειά σου!)

Τόπος: Ελλάδα
Έτος: 2006 (στα τελειώματα, current day και έτσι)

Ο mithrandir περπατάει βιαστικά καθ'οδόν για το σπίτι. Άλλη μια κουραστική μέρα δουλειάς έχει περάσει.
Αυτό που θά θελα όσο τίποτε άλλο αυτή τη στιγμή είναι χουζούρι στον καναπέ και ένα καλό βιβλιαράκι, σκέφτεται. Αααααχχ και νά'χα...
ΜΠΑΜ!
"Άααουτς, τί ήταν αυτό;!; Ποιός @@^#! μου πέταξε αυτό το βιβλίο στο κεφάλι; Και γιατί λέω φωναχτά τις σκέψεις μου;"
χμμ μμμ μμ μμμ χμμμμ...

Αλλαγή πλάνου - σαλόνι (εγώ καθισμένος σε lux καναπέ, φορώντας ζιβάγκο, στο background η φωτιά σιγοκαίει στο τζάκι)

"Έτσι έγινε λοιπόν, αγαπητοί, και βρέθηκα με το Paparise This στα χέρια μου.
"Και όχι μόνο το διάβασα αλλά αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας αυτή την ιστορία!
"Λοιπόν αντιγράφω:"

Paparise This

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

Μέσα από τις ιστορίες των διαφόρων χαρακτήρων διαγράφεται το ψυχογράφημα...  "Mithrandiiirr" (ακούγεται σαν φωνές απ'το διπλανο δωμάτιο)...και ένα κοινωνικό μελόδραμα σε αυτ...  "Mithrandiiirr?" (ακούγεται δυνατότερα)... επεισόδια... "Mithrandir!" (τώρα ακούγεται ακριβώς από πάνω μου) "Τι θα γίνει με εκείνο το μασάζ;; Άτακτο αγόρι"

Ανοίγει το πλάνο - Από πάνω μου στέκεται η Ronaldinia Cruzeiro Palmeiras daCosta Segunda (πολύ πριν γίνει γνωστή, κουφάλα Ρονάλντο) με περιβολή ελαφρά και διαθέσεις άγριες.

"Εεεμ καταλαβαίνετε, να με συγχωρείτε εμένα τώρα, status: Busy και τα λοιπά... Tο αφήνω εδώ το βιβλίο, πάνω στο τραπεζάκι, όποιος θέλει το συνεχίζει, οκ;"


"Έλα πια ρε mithrandir!"

Fade to black
================================================================
Γράφουν οι: Downhill, Dr. Stein, Fight Back, Kabamaru, Misirlou Oubliez, Mithrandir, Η τρύπια βάρκα είναι σχεδία 
Τελική επιμέλεια κειμένων: Mithrandir

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2006

"Τα Βρύλ"

Μια ιστορία που συγκινεί. Κινείται ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα. Διαβάζετε εύκολα και από παιδιά και από μεγάλους. Δηλαδή να ούμε, εχει παιδαγωγικό χαρακτήρα για τους μικρούς και νοσταλγικό για τους μεγάλους. Με λίγα λόγια "θα καραφλιάσει το συμπάν " με αυτή την χριστουγεννιάτικη εποποιία μου.!!!!!!!!!!!

Λοιπόν τα λόγια ειναι φτώχια... κλικαρε στο τίτλο τώρα και καλή απόλαυση.

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2006

Τρελλάρα Dali....

Αφού καλωσορίσω τους επισκέπτες αυτού του μπλογκ που μόλις σήμερα άνοιξε τις πύλες του, παίρνω από την σημαία την άδεια να ανεβάσω το πρώτο ποστ. Αυτό το μπλογκ το αποτελούν εξέχουσες προσωπικότητες που έχουν πολλά να πουν. Βέβαια τα ροστερ δεν έχει ολοκληρωθεί καθώς περιμένουμε καινούργια μέλη. Ο χαρακτήρας του μπλογκ είναι υπό διαπραγμάτευση αλλά μάλλον τείνει προς ένα κοινωνικό μελόδραμα όπως προδίδει και ο υπότιτλος κάτω από το όνομα του. Οι υποσχέσεις για κάτι καλό στην ελληνική μπλογκοσφαιρα δόθηκαν και το αποτέλεσμα αναμένεται. Μέχρι τότε ας δώσει κάποιος απάντηση σε ένα ερώτημα που με βασανίζει αυτό τον καιρό: ΠΟΣΟ ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΤΡΕΛΛΑΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ?



Απαντηση:

Metamorphosis of Narcissus